Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Η ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ - ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΤΥΧΕΣ

ΜΕΡΟΣ Ι: “ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΡΑΦΕΙΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ”



Δρ. Επιχειρηματικής Εκπαίδευσης - Οικονομολόγος | Επιστημονικός Συνεργάτης E-Learning ΕΚΠΑ
H ιστορία αποτελεί ένα εργαλείο σύγκρισης και διδαχής για όσους επιθυμούν να διατηρούν τις αισθήσεις τους ανοιχτές στο κοινωνικό γίγνεσθαι χωρίς παρωπίδες ή υπεκφυγές. Η οικονομία της αγοράς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το πολιτισμικό περιβάλλον κάθε εποχής και αναπτύσσεται με βάση τις ψυχολογικές αποχρώσεις της εκάστοτε κοινωνίας.
Η Ελλάδα, ήδη, διανύει έξι χρόνια κρίσης χωρίς ευδιάκριτα σημάδια βελτίωσης στο προσεχές μέλλον. Οι επίδοξοι επιχειρηματίες σήμερα έχουν να αντιμετωπίσουν τα αποτελέσματα που προκαλεί κάθε οικονομική κρίση καπιταλιστικού τύπου στη λειτουργία μιας χώρας. Επιπλέον, όμως, έχουν να αντιμετωπίσουν και κάτι ακόμα: το ίδιο τους το παρελθόν και μία διαστρεβλωμένη οικονομική αντίληψη, τόσο στη σφαίρα του ιδιωτικού όσο και δημόσιου βίου, η οποία έχει διαμορφωθεί μέσα από μία μακρά ιστορική πορεία του νεοελληνικού κράτους.
Και δεν χρειάζεται να είσαι μηχανικός ή αρχιτέκτονας, ώστε να γνωρίζεις ότι τα θεμέλια είναι αυτά που ορίζουν την μακροβιότητα και την ανθεκτικότητα ολόκληρου του οικοδομήματος. Η ελληνική οικονομία ήταν ανέκαθεν ένα οικοδόμημα με «πήλινα θεμέλια».
Ο καθένας θεωρούσε επιβεβλημένο να μένει στο «ρετιρέ», χαϊδεύοντας την εγωπάθειά του και υμνώντας την ατομικότητά του, ενώ στην ουσία εκμεταλλευόταν την απουσία συλλογικού ασυνειδήτου από πολίτες αυτής της χώρας και αδιαφορώντας για τον «λογαριασμό», που κάποια στιγμή θα καλούμασταν όλοι να πληρώσουμε.
Κατά τη γνώμη μου, αξίζει να αναδειχθεί το διάστημα 1830-1909, καθώς τότε μπήκαν τα οικονομικά θεμέλια της νεότερης Ελλάδας. Επικρατούσαν συνθήκες οικονομικής κρίσης της ελληνικής οικονομίας λόγω ενδογενών αδυναμιών, γραφειοκρατίας, ασταθούς φορολογικού πλαισίου και άλλων παραγόντων, που υπήρχαν τότε και ως ένα βαθμό επιβιώνουν και σήμερα.
Τα οικονομικά της Ελλάδας τέθηκαν για πολλά χρόνια υπό διεθνή έλεγχο ως αποτέλεσμα επάλληλων πτωχεύσεων και των κυρώσεων που επιβλήθηκαν στη συνέχεια από τους δανειστές. Επίσης, από το 1879 ως το 1890 η χώρα δανείστηκε μεγάλα ποσά, ενώ αναγκάστηκε να εκχωρήσει σε δάνεια το 40% με 50% των εσόδων της. Ο κρατικός προϋπολογισμός τις χρονιές εκείνες ήταν μονίμως ελλειμματικός και το ισοζύγιο πληρωμών αρνητικό. Τη δεκαετία του 1880 υπάρχει ραγδαία πτώση στις εξαγωγές του κύριου εξαγωγικού προϊόντος, της σταφίδας, εξαιτίας και της ανάκαμψης των γαλλικών εξαγωγών. Η ελληνική οικονομία έφτασε στην κατάρρευση, καθώς τα έσοδα από την εξαγωγή της σταφίδας διοχετεύονταν στην αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους.
Το 1893 ο Χαρίλαος Τρικούπης αναφώνησε στη Βουλή το ιστορικό: « Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν», ενώ, ως αποτέλεσμα της ήττας το Μάϊο του 1897, η Ελλάδα αναγκάστηκε να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις 4 εκ. τουρκικών λιρών και δέχθηκε νέο Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο για το διογκωμένο εξωτερικό της χρέος, ενώ παράλληλα ελεγχόταν η διαχείριση των οικονομικών πόρων του κράτους καθώς και η ακολουθούμενη νομισματική πολιτική (Βερέμης Θ. και Κολιόπουλος Γ. 2006).

Επιχειρηματική οργάνωση και χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας (1830‐1909):
Απουσιάζει οποιαδήποτε μορφή επιχειρηματικής εκπαίδευσης ή επιμόρφωσης σε θέματα επιχειρηματικότητας στην ελληνική κοινωνία. Οι επιχειρηματίες ήταν αυτοδίδακτοι και στηριζόμενοι στην ύπαρξη ενός περιορισμένου δικτύου οικογενειακών επαφών, ως γόνοι εύπορων οικογενειών. Η συμμετοχή σε αυτό το περιορισμένο δίκτυο βασιζόταν σε ταξικά κριτήρια και το μέγεθος της περιουσίας. Η οικονομική αστάθεια, που επικρατούσε εκείνη την περίοδο, διαμόρφωσε σε σημαντικό βαθμό τα χαρακτηριστικά της αναδυόμενης νεοελληνικής επιχειρηματικότητας.
Έστω και έτσι οι συνθήκες επέτρεψαν στην αναδυόμενη ελληνική επιχειρηματικότητα να αναπτυχθεί, διανύοντας τα πρώτα βήματα προς μία αργή ενσωμάτωση στο ευρύτερο βιομηχανικό σύστημα της Ευρώπης. Η ελληνική οικονομία κατάφερε μέσα από αντίξοες συνθήκες να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξή της. Οι Έλληνες επιχειρηματίες ανέπτυξαν ισχυρή παρουσία σε τομείς της ελληνικής βιομηχανίας όπως: εξόρυξης ορυκτών, μεταλλουργίας, μηχανολογίας, παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και χημικών λιπασμάτων. Η ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και η ανάπτυξη της βιομηχανίας μέσα από τη σύσταση εταιριών άνοιξε νέους οικονομικούς χώρους, ενίσχυσε τη νομισματοποίηση, την εξάπλωση της χρήσης του συμβολικού χρήματος και τη δημιουργία μιας πραγματικής εθνικής οικονομίας.
Εκείνη την περίοδο σημαντική ήταν η συμβολή των εγχώριων και διεθνών Τραπεζικών Ιδρυμάτων. Στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται συνολικά επτά τοπικές τράπεζες, με ισχυρές διασυνδέσεις με τη διασπορά, οι οποίες ανέπτυξαν σημαντική επιχειρηματική παρουσία (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, η Γενική Πιστωτική Τράπεζα της Ελλάδας, η Τράπεζα Βιομηχανικής Πίστεως, η Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας, η Τράπεζα Αθηνών, η Σταφιδική Τράπεζα και η Τράπεζα της Ανατολίας). Οι προαναφερθείσες τοπικές τράπεζες μαζί με τράπεζες της διασποράς και της Ευρώπης (Τράπεζα της Κωνσταντινούπολης, Banque d'Escompte de Paris,  Banque de l'Union Parisienne, Ε. Erlanger & Bros και Hambros & Sons) συμμετείχαν ή είχαν ιδρύσει Ανώνυμες Εταιρείες (Μποχώτης Θ., Γιανουλόπουλος Ι. et al., 2009).
Η οργανωμένη επιχειρηματική πρωτοβουλία, παρόλο που υπήρχε από τις αρχές, έγινε πιο έντονη στο πλαίσιο του αναδυόμενου τομέα των επιχειρήσεων από το 1879 και μετά. Η μετατόπιση αυτή ήταν αποτέλεσμα ενός περισσότερο ευνοϊκού περιβάλλοντος για την ανάληψη καινοτόμων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών. Οι επιχειρηματικές πρωτοβουλίες των τραπεζών άνοιξαν νέους διαύλους για την κινητοποίηση των περιορισμένων κεφαλαίων και τεχνογνωσίας για την κατασκευή των δημόσιων υπηρεσιών και υποδομών. Στο επίκεντρο αυτών των προσπαθειών ήταν το εθνικό σύστημα σιδηροδρόμων μήκους 1548 χιλιομέτρων (Καλαφάτης Θ. & Πρόντζας et.al., 2011). Το έργο αυτό, σε συνδυασμό με το άνοιγμα της διώρυγας της Κορίνθου, ήταν τα βασικά συστατικά για τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης εθνικής οικονομίας και της διοικητικής συγκεντροποίησης, τα οποία ήταν απαραίτητα για την οικοδόμηση του έθνους.
Μια πρόσθετη θετική επιρροή ήταν η επιχειρησιακή ικανότητα του κράτους για την κατασκευή των απαραίτητων υποδομών για την περαιτέρω ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Αυτό σχετίστηκε σε μεγάλο βαθμό και με την εκ νέου πρόσβαση των ελληνικών κυβερνήσεων στη διεθνή αγορά κεφαλαίων (1879), μετά την απαγόρευση που είχε επιβληθεί στην Ελλάδα για τριάντα έξι χρόνια από τους διεθνείς πιστωτές. Επιχειρηματίες με ισχυρές διασυνδέσεις στο εξωτερικό λειτούργησαν ως βασικοί διαμεσολαβητές στις διαπραγματεύσεις της ελληνικής πολιτείας για την άρση του μακρόχρονου οικονομικού εμπάργκο που είχε επιβληθεί (Κατσούλης, 1994). Έτσι, με τη διαμόρφωση ευνοϊκότερων οικονομικών συνθηκών παρατηρήθηκε σημαντική μεταφορά κεφαλαίων και τεχνογνωσίας από την Ευρώπη προς την Ελλάδα από 1879 και έπειτα.
Μία σημαντική μεταστροφή σε επίπεδο επιχειρηματικής αντίληψης πραγματοποιήθηκε από τους Έλληνες επιχειρηματίες δεύτερης γενιάς, οι οποίοι απέκτησαν μόρφωση στο εξωτερικό και κατάφεραν να μεταλαμπαδεύσουν νέα ευρωπαϊκά πρότυπα στον τρόπο οργάνωσης των επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Επίσης, εφάρμοσαν καινοτομίες και έφεραν την Ελλάδα πιο κοντά στις θετικές πολιτισμικές επιδράσεις της Δύσης, οι οποίες ήταν απαραίτητες για τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου επιχειρηματικού πνεύματος στην ελληνική οικονομία. Τα σημαντικότερα σημεία σε αυτή τη δυναμική πορεία της αναδυόμενης ελληνικής επιχειρηματικότητας και οικονομικής αντίληψης αποτυπώνονται στα ακόλουθα:
1. Οι Έλληνες επιχειρηματίες «πρώτης γενίας» (μέχρι περίπου το 1870) εμφανίζουν χαρακτηριστικά «εγωκεντρισμού» στη διοίκηση των επιχειρήσεών τους. Δεν διαθέτουν επαρκείς επιστημονικές γνώσεις, στηρίζονται περισσότερο στην εμπειρική γνώση και δεν ενδιαφέρονται να εισάγουν καινοτόμες διαχειριστικές τεχνικές. Ίδρυσαν, κυρίως, μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, προκειμένου να διατηρήσουν τον απόλυτο έλεγχο. Επέλεξαν τα στελέχη και τους συνεργάτες τους, κυρίως, από την οικογένεια και το συγγενικό τους περιβάλλον, αναδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο τους ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας.
2. Ο Έλληνας επιχειρηματίας μέχρι περίπου το 1870 φαίνεται να προτιμά μάλλον βραχυπρόθεσμες παρά μακροπρόθεσμες στρατηγικές στις επιχειρήσεις του, αν και η πλειοψηφία των επιχειρηματιών επιθυμεί η επιχείρηση να διατηρηθεί και να κληρονομείται από τα παιδιά τους. Τα βασικά τους κίνητρα προκειμένου να αναλάβουν δράση είναι η οικονομική ανεξαρτησία και η οικονομική αποκατάσταση της οικογένειάς τους.
3. Παρότι θεωρούν γενικά το ελληνικό κράτος, την ασκούμενη πολιτική και τη γραφειοκρατία εμπόδια στις δραστηριότητές τους, την ίδια στιγμή ζητούν προστασία και επιδοτήσεις από την κυβέρνηση. Ένας τρόπος για να εξασφαλίσουν ευμενή μεταχείριση στις επιχειρηματικές τους πρωτοβουλίες από την Πολιτεία ήταν η προώθηση συγγενικών τους προσώπων στην πολιτική σκηνή της χώρας.
4. Οι επιχειρηματικές πρωτοβουλίες πολλών ιδρυτών εταιριών ήταν ένας συνδυασμός μη εταιρικής επιχειρηματικότητας (αναζητώντας τρόπους βραχυπρόθεσμης τοποθέτησης κεφαλαίων με σκοπό το ευκαιριακό κέρδος) και της σύστασης εταιριών. Αυτή η δυαδικότητα εμφανίστηκε είτε ταυτόχρονα ή με την πάροδο του χρόνου, καθώς έγινε η μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο είδος της επιχειρηματικής δράσης (κυρίως 1870-1909).
5. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό είναι η διπλή επιχειρηματική εξέλιξη των γενεών μετά το 1873/74 σύμφωνα με την οποία όλο και περισσότεροι ιδρυτές εταιριών (συχνά γιοι των εμπόρων) ήταν επαγγελματίες και, παράλληλα, ένας αυξανόμενος αριθμός των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών στον αναδυόμενο τομέα των επιχειρήσεων ήταν έξω από τη σφαίρα του γνώριμου παραδοσιακού επιχειρείν. 
6. Μετά το 1870 οι σημαντικότεροι ιδρυτές εταιριών είχαν λάβει τη μόρφωσή τους στο εξωτερικό, ανήκαν στην ελίτ της χώρας (ως γόνοι πλούσιων οικογενειών) ή προέρχονταν από την ελληνική διασπορά (ως γόνοι εμπόρων). Οι νέοι αυτοί επιχειρηματίες «δεύτερης γενιάς» ήταν καινοτόμοι και εισήγαγαν καινοτόμες τεχνικές στην επιχειρηματική οργάνωση των δραστηριοτήτων τους και των εταιριών που ίδρυαν, αλλά και στον τρόπο παραγωγής.
Μέσα από αυτή τη δυναμική επιτεύχθηκε σε σημαντικό βαθμό ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας και η μεταβολή της επιχειρηματικής νοοτροπίας των Ελλήνων επιχειρηματιών προς την πορεία ενσωμάτωσης της ελληνικής οικονομίας στην ευρωπαϊκή «οικονομία της αγοράς» (Nair & Pandey, 2006; Salavrakos & Petrochilos, 2003).